Skip to main content

Αρχαιολογικός Χώρος Ερέτριας

Τα ερείπια της αρχαίας Ερέτριας σώζονται διάσπαρτα κάτω από τη σύγχρονη πόλη, σε όλη την έκταση που φθάνει από την ακτή έως το λόφο στα βόρεια, όπου βρισκόταν ακρόπολη. Η πόλη προστατευόταν από ισχυρό τείχος, που οικοδομήθηκε στην αρχαϊκή εποχή και επισκευάσθηκε τον 4ο αι. π.Χ. Ξεκινούσε από την ακρόπολη και έφθανε ως το λιμάνι, ορίζοντας μία έκταση σχεδόν ορθογώνια σε κάτοψη και είχε μήκος περίπου 4.000 μ. Το δυτικό του σκέλος βρισκόταν λίγο πριν από το χείμαρρο που κυλούσε στο δυτικό άκρο της πόλης και στην προέκτασή του υπήρχε λιμενοβραχίονας, που σήμερα είναι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το ανατολικό τείχος επίσης έφθανε έως την ακτή και κατέληγε σε φυσικό λιμενοβραχίονα, ενώ κατά μήκος της ακτής τα δύο σκέλη ενώνονταν με το παράκτιο τείχος. Στον περίβολο ανοίγονταν δύο κύριες πύλες, μία στη δυτική πλευρά και μία στην ανατολική. Η δυτική πύλη ήταν η παλαιότερη και σημαντικότερη της πόλης, που είχε κατασκευασθεί επάνω από το χείμαρρο, μαζί με γέφυρα.

Ο χώρος μέσα στο τείχος είχε διαμορφωθεί σε τρεις συνοικίες, την ανατολική, τη δυτική και τη βόρεια, που χωρίζονταν από δύο κύριες οδικές αρτηρίες. Ο ένας δρόμος, με κατεύθυνση Α-Δ ένωνε τις δύο πύλες, που ανοίγονταν στο ανατολικό και στο δυτικό τείχος, ενώ ο δεύτερος ξεκινούσε περίπου από το μέσο του πρώτου και οδηγούσε νότια, στο ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα, που δέσποζε στον πυρήνα της πόλης. Νότια του ναού υπήρχε η πλατεία της αρχαίας αγοράς, με στοές, καταστήματα, τη θόλο -ένα εντυπωσιακό κυκλικό οικοδόμημα-, κρήνες και ιερά. Ακριβώς δίπλα στο νότιο, παράκτιο τείχος υπήρχαν λουτρά του 3ου αι. π.Χ., εργαστήρια, αποθήκες και νεώρια, ενώ στο νοτιοδυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο λιμάνι, βρισκόταν ο ναός της Ίσιδας και το κάτω γυμνάσιο ή παλαίστρα, κτίσματα του 4ου αι. π.Χ., που επισκευάσθηκαν μετά το 198 π.Χ.

Στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης, δίπλα στη δυτική πύλη, είχε διαμορφωθεί στους γεωμετρικούς, κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους η δυτική συνοικία. Κατά μήκος του δυτικού τείχους, νότια της πύλης, σώζονται μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, όπως το ηρώο, με πλούσιες ταφές των γεωμετρικών χρόνων, τα ανάκτορα Ι και ΙΙ, μεγαλοπρεπείς κατοικίες που κατασκευάσθηκαν τον 4ο αι. π.Χ., και ένα ιερό του 5ου αι. π.Χ. Βόρεια της πύλης και του δρόμου βρίσκεται ο ναός του Διονύσου και το θέατρο, το πιο εντυπωσιακό μνημείο της πόλης, που κτίσθηκε τον 5ο αι. π.Χ. και τελειοποιήθηκε τον 4ο αι. π.Χ. Ανατολικά του θεάτρου βρίσκεται το άνω γυμνάσιο, που οικοδομήθηκε στην υστεροκλασική περίοδο και επισκευάσθηκε μετά το 198 π.Χ., και το στάδιο, η θέση του οποίου είναι γνωστή από επιγραφές και μαρτυρίες περιηγητών. Ακόμη βορειότερα, στην πλαγιά του λόφου, βρισκόταν το Θεσμοφόριο του 3ου αι. π.Χ. και ο ναός της Αρτέμιδος, που ήταν αρχαιότερος, αλλά εξακολούθησε να χρησιμοποιείται μέχρι τον 3ο αι. π.Χ.

Ανατολικότερα, στη διασταύρωση της εγκάρσιας οδού με άλλη, που οδηγούσε στο ναό, σώζονται τα ερείπια της περίφημης «οικίας με τα μωσαϊκά», του 4ου αι. π.Χ., που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των ερετριακών σπιτιών και είναι από τα καλύτερα διατηρημένα, ενώ λίγο νοτιότερα, στην κεντρική συνοικία διακρίνονται οικιστικές φάσεις της γεωμετρικής και ελληνιστικής εποχής, καθώς και τμήμα κυκλικού οικοδομήματος με βωμό, ίσως του Ηρακλή. Στο σημείο αυτό σώζεται και τμήμα ισχυρού τείχους, που χρησιμοποιήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα (800-700 π.Χ.) και όριζε τη βόρεια και βορειοδυτική πλευρά του οικισμού. Η περιοχή χρησιμοποιήθηκε και στα ελληνιστικά χρόνια, παράλληλα με τη δυτική συνοικία, και μέχρι τα ρωμαϊκά.

Έξω από τα τείχη της πόλης βρίσκονταν τα νεκροταφεία, αυτό των αρχαϊκών χρόνων δυτικά και το δεύτερο ανατολικά. Οι ταφές (καύσεις και κανονικές ταφές) γίνονταν σε λίθινες και μαρμάρινες σαρκοφάγους, αλλά και σε κεραμοσκεπείς τάφους.

Αρχαιολογικός Χώρος Ερέτριας

Ιστορικό

Στην εύφορη πεδιάδα, που πλαισιώνεται από τους λόφους Βουδόχη στα δυτικά και Ζερβούνι στα ανατολικά, νοτιοδυτικά της Χαλκίδας και απέναντι από τον αττικό Ωρωπό, βρίσκεται η Ερέτρια, η «κωπηλάτις πόλις» των αρχαίων (αφού το όνομά της προέρχεται από το ρήμα ερέττω, δηλαδή κωπηλατώ). Η Ερέτρια ήταν σπουδαία ναυτική δύναμη της Ελλάδας ήδη από τον 8ο αι. π.Χ., με πολλές αποικίες στις ακτές του Αιγαίου, στα νησιά και στη Μεγάλη Ελλάδα.

Τα αρχαιότερα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή χρονολογούνται στα τέλη της νεολιθικής εποχής και περιορίζονται μόνο σε θραύσματα κεραμικής, που δε σχετίζονται με οικοδομικά λείψανα, αλλά δείχνουν επαφές των κατοίκων της περιοχής με το Αιγαίο και το Βορρά. Κατά την πρωτοελλαδική και μεσοελλαδική περίοδο ο οικισμός, από τον οποίο σώζονται ελάχιστα οικοδομικά λείψανα, αναπτύχθηκε στην περιοχή μεταξύ του ναού του Δαφνηφόρου Απόλλωνα και της αγοράς της μεταγενέστερης πόλης, αλλά και επάνω στην ακρόπολη. Σημαντικό εύρημα αποτελεί ένας κεραμικός κλίβανος, που αποδεικνύει την ύπαρξη βιοτεχνικών εγκαταστάσεων μέσα στον οικισμό. Τα λιγοστά ευρήματα των μυκηναϊκών χρόνων υποδεικνύουν το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, που επιβεβαιώνεται και από την αναφορά των Ερετριέων στον κατάλογο νηών του Ομήρου, αν και δεν φαίνεται ότι στην περίοδο αυτή η Ερέτρια ήταν σημαντικό κέντρο.

Από τον 8ο αι. π.Χ. η Ερέτρια άρχισε να αποκτά αστικό χαρακτήρα. Η μυκηναϊκή οχυρωμένη ακρόπολη χρησιμοποιήθηκε για την εγκατάσταση των ιερών και ο κεντρικός πυρήνας της πόλης μεταφέρθηκε στην αγορά, που βρισκόταν νοτιότερα. Η Ερέτρια συμμετείχε ενεργά στον Α΄ αποικισμό των Ελλήνων, ιδρύοντας αποικίες στο Βορρά (Παντικάπαιον και Φαναγόρεια στην Κριμαία), αλλά και στη Δύση (ίδρυση των Πιθηκουσών στην Ιταλία και εποικισμός της Κέρκυρας) και εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο, που είχε επαφές με την ανατολική Μεσόγειο, όπως δείχνει η ερετριακή κεραμική που βρέθηκε στις ακτές της Μικράς Ασίας, στις συροφοινικικές ακτές και στην Κύπρο. Η επέκταση της Ερέτριας προς όλες τις κατευθύνσεις ανησύχησε τη Χαλκίδα, και οδήγησε τις δύο πόλεις στο γνωστό Ληλάντιο πόλεμο (Ηρόδ., 5.99 και Θουκ., 1.15.3).

Παρά την κακή έκβαση του Ληλαντίου πολέμου, η άνθηση της πόλης συνεχίσθηκε και στην αρχαϊκή περίοδο και η Ερέτρια συμμετείχε ενεργά και στο Β΄ αποικισμό. Στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. έκοψε δικά της νομίσματα, ενώ στα τέλη του 6ου αι. το πολίτευμά της έγινε δημοκρατικό και η ανάπτυξή της γνώρισε νέα ώθηση. Το 494 π.Χ. βοήθησε τη Μίλητο στην εξέγερσή της εναντίον των Περσών (Ηρόδ., 6.99, 7.101, Στράβ. 3.448.5, Παυσ., 7.10.2), γεγονός που οδήγησε στην καταστροφή της από τους Δάτη και Αταφέρτη τέσσερα χρόνια αργότερα, το 490 π.Χ. Έλαβε μέρος στο πλευρό των Ελλήνων στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και στις συγκρούσεις της Σαλαμίνας και των Πλαταιών. Συμμετείχε στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία, αλλά το 411 π.Χ. αποτίναξε την αθηναϊκή ηγεμονία και ανέκαμψε οικονομικά. Τότε ενισχύθηκε το τείχος που προστάτευε την πόλη, οικοδομήθηκαν νέες κατοικίες και μεγαλοπρεπή δημόσια κτίσματα, όπως η δυτική πύλη και το θέατρο. Κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πόλη κυβερνήθηκε από τυράννους, που άλλοτε ακολουθούσαν φιλοαθηναϊκή και άλλοτε φιλοθηβαϊκή πολιτική.

Το 338 π.Χ. μετά την μάχη της Χαιρώνειας η Ερέτρια βρέθηκε υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων και στην πόλη ξεκίνησε μια νέα περίοδος άνθησης, οικονομικής και πολιτιστικής. Τα τείχη επισκευάσθηκαν και διευρύνθηκαν, κτίσθηκαν πολλά ιδιωτικά και δημόσια κτήρια, αναπτύχθηκαν εργαστήρια κοροπλαστικής και το θέατρο απέκτησε την τελική του μορφή. Τότε οικοδομήθηκαν το άνω γυμνάσιο και το στάδιο, καθώς και ακόμη ένα γυμνάσιο ή παλαίστρα κοντά στο λιμάνι, που πιθανόν περιλάμβανε και ναό της Ειλειθυίας. Η αγορά πλαισιώθηκε από στοές στις τέσσερις πλευρές της και εμπλουτίσθηκε με πλήθος μνημείων, με κυριότερο τη θόλο, ιερά και κρηναία κτίσματα. Στην Ερέτρια έζησαν ο ζωγράφος Φιλόξενος, που φιλοτέχνησε τον ζωγραφικό πίνακα με τη μάχη της Ισσού, ο τραγικός ποιητής Αχαιός, ο φιλόσοφος Μενέδημος, ιδρυτής της Ερετριακής Σχολής, ενώ εδώ διέμειναν για ένα διάστημα και οι Μακεδόνες βασιλείς Κάσσανδρος, Δημήτριος Πολιορκητής και Αντίγονος Γονατάς. Το 198 π.Χ. η πόλη κυριεύθηκε και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους και από τότε ξεκίνησε η παρακμή της. Το 87 π.Χ. συμμάχησε με το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη εναντίον των Ρωμαίων, οι οποίοι την κατέστρεψαν για δεύτερη φορά ένα χρόνο αργότερα. Η πόλη εγκαταλείφθηκε και σταδιακά ερημώθηκε.

Πληροφορίες για την αρχαία Ερέτρια στα νεότερα χρόνια έδωσε πρώτος ο Κυριακός από την Αγκώνα το 1436, ο οποίος σχεδίασε τις αρχαιότητες του χώρου. Αργότερα και άλλοι ξένοι περιηγητές επισκέφθηκαν την περιοχή και έδωσαν πληροφορίες για την αρχαία πόλη (Coronelli, W.M. Leake, R. Cockerell, L. Ross). Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο έγιναν από το Χρ. Τσούντα το 1885 και από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή κατά την περίοδο 1891-1895. Ο Κ. Κουρουνιώτης και λίγο αργότερα ο Ι. Παπαδάκης συνέχισαν την ανασκαφική έρευνα, ενώ από τις αρχές του 20ού αιώνα τις ανασκαφές ανέλαβαν η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η Αρχαιολογική Εταιρεία. Από το 1962 το δυτικό τομέα της πόλης με το ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα ανασκάπτει η Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή.

Πρόσβαση


Βαθμολογία: 4.7 (3 ψήφοι )